- ποτάζω
- πόταξα, αποκτώ, βάζω στην άκρη, αποταμιεύω, περισσεύω: Πόταξε κι ο ζήτουλας πουγκί και περηφάνια (παροιμ.).
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
ποτάζω — ΝΜ αποκτώ («χρόνια δουλεύω και μια δεκάρα δεν μπορώ να ποτάξω»). [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού αποτάζω, με αποβολή τού αρχ. α ] … Dictionary of Greek
ποτάζω — πρόσ ἄζω dry up pres subj act 1st sg (epic doric) πρόσ ἄζω dry up pres ind act 1st sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αποτάσσω — κ. τάζω κ. ποτάζω, τάσσω (AM ἀποτάσσω, Α κ. τάττω, Μ κ. ποτάσσω) 1. αποχωρίζω 2. ( ομαι) απαρνούμαι, αποκηρύσσω («ἀπετάξω τῷ Σατανᾷ; ἀπεταξάμην») μσν. νεοελλ. αποκτώ νεοελλ. (για αξιωματικό) τιμωρώ με απόταξη αρχ. μσν. εξουσιάζω αρχ. Ι. 1. αποσπώ … Dictionary of Greek